Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν το παιδί θέλει ζώο. Το ερώτημα είναι αν η οικογένεια είναι έτοιμη για μια ζωντανή, απαιτητική, μακροχρόνια σχέση. Γιατί η τρυφερότητα υπάρχει. Αλλά χρειάζεται πλαίσιο, συνέπεια και ρεαλισμό για να ανθίσει.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν το παιδί θέλει ζώο. Το ερώτημα είναι αν η οικογένεια είναι έτοιμη για μια ζωντανή, απαιτητική, μακροχρόνια σχέση. Γιατί η τρυφερότητα υπάρχει. Αλλά χρειάζεται πλαίσιο, συνέπεια και ρεαλισμό για να ανθίσει.

Κατοικίδια και παιδιά… Μια σχέση που μοιάζει αυτονόητα τρυφερή, σχεδόν κινηματογραφική. Ένα παιδί που αγκαλιάζει έναν σκύλο, μια γάτα που κουλουριάζεται στα πόδια του, ένα ενυδρείο που φωτίζει απαλά το παιδικό δωμάτιο. Κι όμως, όσο γλυκιά κι αν είναι η εικόνα, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Ξέρουμε τα οφέλη. Αυτό που δεν ξέραμε με βεβαιότητα, μέχρι πρόσφατα, είναι το πώς επηρεάζει η συμβίωση με ζώα την ψυχική υγεία των παιδιών.
Κάπου στα 5 ή 6, το αίτημα σκάει μύτη. Συνήθως αν είναι μοναχοπαίδι, η επιμονή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Θέλω σκύλο. Θέλω γάτα. Θέλω ένα ζωάκι να παίζουμε και να το αγκαλιάζω.
Το παιδί φαντάζεται ένα ζωντανό λούτρινο. Εσύ σκέφτεσαι καθαριότητα, ευθύνες, πρόγραμμα, κτηνιάτρους, διακοπές. Κάπως έτσι αρχίζει το παζάρι. Ψάρι; Χελωνάκι; Καναρίνι; Μετά περνάμε σε χάμστερ, κουνέλι, ινδικό χοιρίδιο. Και η κουβέντα δεν τελειώνει ποτέ εύκολα.
Οι ειδικοί εδώ και χρόνια μιλούν για τα θετικά. Ένα παιδί με κατοικίδιο μπορεί να μάθει υπευθυνότητα, ενσυναίσθηση, σεβασμό στα όρια. Μαθαίνει ότι ένα ζωντανό πλάσμα δεν είναι αντικείμενο. Ότι έχει ανάγκες, διάθεση, χαρακτήρα.
Ιδίως στα μοναχοπαίδια, η συντροφικότητα συχνά θεωρείται ανεκτίμητη. Η παρουσία ενός ζώου μπορεί να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση, τη συναισθηματική ασφάλεια, ακόμη και την ικανότητα διαχείρισης της απώλειας.
Μέχρι εδώ, όλα σχεδόν ρομαντικά.
Στην Ισπανία, όπου περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά έχουν κατοικίδιο, η Dr. Marisa Estarlich και η ομάδα του προγράμματος INMA από το Universitat de València, σε συνεργασία με το Fisabio και το CIBERESP, αποφάσισαν να εξετάσουν συστηματικά το θέμα.
Παρακολούθησαν 1.900 οικογένειες από την εγκυμοσύνη έως την ηλικία των 6–7 ετών των παιδιών. Μέσα από ερωτηματολόγια, περιβαλλοντικές μετρήσεις και κλινικές δοκιμές, αξιολόγησαν δείκτες που σχετίζονται με εσωτερίκευση, όπως άγχος και καταθλιπτικά συμπτώματα, αλλά και εξωτερίκευση, όπως επιθετικότητα και παραβίαση κανόνων.
Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες είχαν ή είχαν κάποια στιγμή κατοικίδιο. Και τότε ήρθε το εύρημα που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο.

Τα παιδιά που δεν είχαν ποτέ κατοικίδιο παρουσίασαν, συνολικά, τις πιο θετικές βαθμολογίες στην κλίμακα ψυχικής υγείας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν ότι η κατοχή γάτας στην ηλικία 4–5 ετών συσχετίστηκε με περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας. Οι ερευνητές δεν μίλησαν για αιτιότητα, αλλά για συσχέτιση. Παρ’ όλα αυτά, το στοιχείο αυτό προκάλεσε εύλογο προβληματισμό.
Αντίθετα, η συστηματική συνύπαρξη με ζώα όπως χάμστερ, κουνέλια, χελώνες ή ψάρια φάνηκε να έχει προστατευτική επίδραση τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια.
Στα πρώτα χρόνια ζωής, οι συναισθηματικοί δεσμοί δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί πλήρως. Έτσι, η παρουσία σκύλων ή πουλιών ίσως να μην επιδρά τόσο έντονα όσο θα περίμενε κανείς.
Στην περίπτωση της γάτας, οι ερευνητές υποθέτουν ότι η πιο ανεξάρτητη φύση της μπορεί να περιορίζει το είδος της αλληλεπίδρασης που επιδιώκει ένα μικρό παιδί. Όταν το παιδί θέλει διαρκή ανταπόκριση και αγκαλιά, η γάτα συχνά επιλέγει απόσταση.
Υπάρχει επίσης η παράμετρος της τοξοπλάσμωσης, μιας λοίμωξης που σχετίζεται συχνότερα με τις γάτες και το παράσιτο Toxoplasma gondii. Σε ορισμένες μελέτες έχει συσχετιστεί με διαταραχές συμπεριφοράς και σοβαρές ψυχικές παθήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γάτα αποτελεί κίνδυνο, αλλά ότι η υγιεινή και η σωστή φροντίδα είναι καθοριστικές.
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχώρισε ήταν η διάρκεια. Τα παιδιά που ζούσαν σταθερά με ένα ζώο είχαν καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με εκείνα που το είχαν μόνο περιστασιακά.
Η σταθερή σχέση φαίνεται πως έχει μεγαλύτερη αξία από τη σποραδική έκθεση. Το ίδιο παρατηρήθηκε και στους σκύλους, όπου η μακροχρόνια συνύπαρξη συνδέθηκε με ελαφρώς καλύτερους δείκτες σε ορισμένους τομείς, χωρίς όμως τα δεδομένα να είναι απολύτως ξεκάθαρα.
Η απλή παρουσία ενός ζώου δεν αποτελεί εγγύηση για καλύτερη ψυχική υγεία. Ο τύπος του ζώου, η ηλικία του παιδιού, η ποιότητα του δεσμού και το γενικότερο οικογενειακό περιβάλλον παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Ένα κατοικίδιο μπορεί να γίνει πολύτιμη εμπειρία. Μπορεί όμως και να δημιουργήσει ένταση, αν η ευθύνη δεν μοιραστεί σωστά ή αν οι προσδοκίες είναι λανθασμένες.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν το παιδί θέλει ζώο. Το ερώτημα είναι αν η οικογένεια είναι έτοιμη για μια ζωντανή, απαιτητική, μακροχρόνια σχέση. Γιατί η τρυφερότητα υπάρχει. Αλλά χρειάζεται πλαίσιο, συνέπεια και ρεαλισμό για να ανθίσει.
Και μάθετε τα πάντα για τον κόσμο του σπιτιού!